Custom Search
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κοσμολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κοσμολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2011

Το Νόμπελ φυσικής απονέμεται ξανά σε αστρονόμους

Η Σουηδική Ακαδημία Επιστημών απένειμε το Νόμπελ Φυσικής για το 2011 σε τρεις αστρονόμους, τους Saul Perlmutter, Brian Schmidt και Adam Riess για τη συνεισφορά τους στη κοσμολογία με την ανακάλυψη της επιταχυνόμενης διαστολής του Σύμπαντος.

Στις αρχές τις δεκαετίας του '90 οι Perlmutter και Schmidt ήταν επικεφαλείς δύο ανεξάρτητων ερευνητικών ομάδων που προσπαθούσαν να προσδιορίζουν την γεωμετρία και την ταχύτητα διαστολής του Σύμπαντος με τη βοήθεια μια συγκεκριμένης κατηγορίας υπερκαινοφανών αστέρων, τους επονομαζόμενους τύπου Ia. Ο Riess αν και απλό μέλος της ομάδας του Schmidt θα έπαιζε καθοριστικό ρόλο στην ανάλυση και ερμηνεία των παρατηρήσεων.

Οι υπερκαινοφανείς είναι αστέρια που τερματίζουν τη ζωή τους εκρηκτικά, εκπέμποντας ταυτόχρονα τεράστια ποσά ενεργείας, αντίστοιχα με αυτά που ακτινοβολεί ένας ολόκληρος γαλαξίας. Αυτό που κάνει τους υπερκαινοφανείς τύπου Ia ξεχωριστούς είναι ότι το πόσο της ενέργειας που εκλύεται κατά την έκρηξη τους είναι σχεδόν σταθερό. Συνεπώς μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως πρότυπα για την μέτρηση αποστάσεων στο Σύμπαν.

Ο συνήθης τρόπος που αστρονόμοι μετρούν την απόσταση μακρινών γαλαξιών είναι μέσω της ταχύτητας που απομακρύνονται από εμάς λόγω της διαστολής του Σύμπαντος. Η ταχύτητα αυτή μπορεί να μεταφραστεί σε απόσταση μόνο εφόσον η γεωμετρία του χωροχρόνου και η ταχύτητα διαστολής του Σύμπαντος είναι γνωστές.

Η πρωτοποριακή ιδέα των Perlmutter, Schmidt και Riess ήταν ότι θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τους υπερκαινοφανείς τύπου Ιa για να μετρήσουν αποστάσεις χωρίς να χρειάζεται να γνωρίζουν a priori τη γεωμετρία του χωροχρόνου ή την ταχύτητα διαστολής του Σύμπαντος. Η ένταση της ακτινοβολίας οποιουδήποτε μακρινού αντικειμένου γίνεται αμυδρότερη καθώς ταξιδεύει προς τη Γη, με ρυθμό που εξαρτάται από τη απόσταση που διανύει. Συνεπώς αν γνωρίζουμε την αρχική ένταση της ακτινοβολίας που εξέπεμψε το αντικείμενο και μετρήσουμε την ένταση της ακτινοβολίας που φτάνει στη Γη μπορούμε να υπολογίσουμε την απόσταση του. Το σημαντικό είναι ότι σε αυτόν το υπολογισμό δεν υπεισέρχεται καμία υπόθεση για τη γεωμετρία του Σύμπαντος. Οι υπερκαινοφανεις τύπου Ιa είναι από τα λίγα αντικείμενα για τα οποία γνωρίζουμε με καλή ακρίβεια την αρχική ένταση της ακτινοβολίας που εκπέμπουν. 

Οι ομάδες των Perlmutter και Schmidt αναζήτησαν υπερκαινοφανείς τύπου Ιa σε μακρινούς γαλαξίες με αποστάσεις που έφταναν τα 7 δις έτη φωτός. Απλά παρατηρώντας την ένταση της ακτινοβολίας του υπερκαινοφανούς ήταν σε θέση να γνωρίζουν την απόσταση τους.

Στη συνέχεια μέτρησαν την ταχύτητα με την οποία απομακρύνεται από τη Γη (λόγο διαστολής του Σύμπαντος) ο γαλαξίας στον οποίον ανήκει ο υπερκαινοφανης. Μετέτρεψαν την ταχύτητα σε απόσταση με βάση τις γνώσεις που είχαν τη δεκαετία του '90 για τη γεωμετρία του χωροχρόνου και τη ταχύτητα διαστολής του Σύμπαντος.

Για μεγάλη έκπληξη των αστρονόμων οι δύο ανεξάρτητες μετρήσεις αποστάσεων (υπερκαινοφανείς και ταχύτητα απομάκρυνσης του γαλαξία) δεν συμφωνούσαν. Οι υπερκαινοφανείς τύπου Ιa βρισκόταν σε μεγαλύτερες αποστάσεις από τη Γη από ότι οι επιστήμονες πίστευαν. Οι παρατηρήσεις μπορούσαν να εξηγηθούν μόνο αν το Σύμπαν βρίσκονταν σε επιταχυνόμενη η διαστολή.

Το πείραμα των Perlmutter και Schmidt άλλαξε ριζικά τις ιδέες των επιστημόνων για τη γεωμετρία του χωροχρόνου και τον τρόπο με τον οποίο διαστέλλεται. Αν και τα αποτελέσματα τους αμφισβητήθηκαν έντονα όταν δημοσιεύθηκαν το 1998, μεταγενέστερες ανεξάρτητες παρατηρήσεις επιβεβαίωσαν τους ισχυρισμούς τους. Οι παρατηρήσεις των δύο αστρονόμων οδήγησαν στην καθιέρωση της άποψης ότι το Σύμπαν κυριαρχείτε από σκοτεινή ύλη και ενέργεια, οι οποίες θεωρούνται υπεύθυνες για την επιταχυνόμενη διαστολή του χωροχρόνου.

Μια από τις συνέπειες της επιταχυνόμενη διαστολής είναι ότι τον Σύμπαν δεν πρόκειται να καταρρεύσει στην υπέρπυκνη πύρινη κατάσταση όπως πριν τη Μεγάλη Έκρηξη, αλλά θα καταλήξει, στο μακρινό μέλλον, να είναι κρύο και αφιλόξενο.

Τετάρτη 6 Ιουλίου 2011

Το πιο μακρινό κβάζαρ στο Σύμπαν

Το 2005 το τηλεσκόπιο UKIRT (UK Infra-Red Telescope) του Ηνωμένου Βασιλείου ξεκίνησε ένα φιλόδοξο επιστημονικό πρόγραμμα με το ακρώνυμο UKIDSS (UKIRT Infrared Deep Sky Survey), που υπόσχονταν τον εντοπισμό των πιο μακρινών κβάζαρς στο Σύμπαν. Τα αντικείμενα αυτά σηματοδοτούν τη δημιουργία τεράστιων μελανών οπών με μάζα περίπου 1δίς ηλιακές, λίγο μικρότερες δηλαδή από το Μικρό Νέφος του Μαγγελάνου. Κατά τη διαδικασία αυτή ακτινοβολούν τεράστια ποσά ενέργειας που είναι δυνατό να ξεπεράσουν κατά πολλές τάξεις μεγέθους τη συνολική ενέργεια που εκπέμπεται από όλα τα αστέρια του Γαλαξία μας, μερικά επτάκις εκατομμύρια (ο αριθμός ένα ακολουθούμενος από 24 μηδενικά) φορές μεγαλύτερη από τη συνολική ηλεκτρική ενέργεια που καταναλώνουμε στη Γη κάθε δευτερόλεπτο. 


Λόγω της έντονης ακτινοβολίας τους, τα κβάζαρ είναι δυνατό να εντοπιστούν σε μεγάλες αποστάσεις, επιτρέποντας, μεταξύ άλλων, τη μελέτη της κατάστασης της ύλης (θερμοκρασία, πυκνότητα) που γεμίζει το Σύμπαν μόλις μερικά εκατομμύρια χρόνια μετά τη Μεγάλη Έκρηξη. 


Όμως υπέρλαμπρα κβάζαρ αναμένεται να είναι σπάνια και συνεπώς ο εντοπισμός μόλις μερικών δεκάδων απαιτεί παρατηρήσεις μεγάλης επιφάνειας του ουρανού. Επιπλέον λόγω της διαστολής του Σύμπαντος τα αντικείμενα αυτά δεν εκπέμπουν ακτινοβολία που είναι ορατή στα μάτια μας (οπτικό). Είναι δυνατό να εντοπιστούν μόνο σε μεγαλύτερα μήκη κύματος που αντιστοιχούν στο κοντινό υπέρυθρο (1 έως 2 μικρά). Συνεπώς το UKIDSS σχεδιάστηκε για να καλύψει μέχρι το 2013 το 1/5 της ουράνιας σφαίρας στο κοντινό υπέρυθρο. 


Πριν από μερικές μέρες, σχεδόν 6 χρόνια από την έναρξη των παρατηρήσεων, η ομάδα του προγράμματος, έφερε σε πέρας την υπόσχεση της, ανακοινώνοντας στο περιοδικό Nature τον εντοπισμό του πιο μακρινού κβάζαρ που έχει βρεθεί ποτέ. Το αντικείμενο με κωδικό ULAS J1120+0641 απέχει 231 δις έτη φωτός από τη Γη, μόλις 770 εκατομμύρια χρόνια μετά τη Μεγάλη Έκρηξη. Οι πρώτοι υπολογισμοί δείχνουν ότι η μελανή οπή στο κέντρο του ζυγίζει 2 δις ηλιακές μάζες. Ο αριθμός αυτός κάνει πολλούς αστρονόμους να αισθάνονται άβολα, καθώς οι υπάρχουσες θεωρίες δυσκολεύονται ή αδυνατούν να παράγουν μελανές οπές τόσο μεγάλης μάζας τόσο νωρίς στο Σύμπαν. Απλά 770 εκατομμύρια χρόνια είναι πολύ λίγα για να μεγαλώσει μια μελάνη οπή στη μετρούμενη μάζα.


Σχήμα 1: Προσομοίωση του επανιονισμού του Σύμπαντος. Τα τετράγωνα δείχνουν μια περιοχή του Σύμπαντος σε διαφορετικές χρονικές στιγμές κατά την περίοδο του επανιονισμού. Η ηλικία του Σύμπαντος αυξάνει από αριστερά προς τα δεξιά. Τα έντονα χρώματα δείχνουν ουδέτερο αέριο, το μαύρο δείχνει περιοχές όπου η ύλη έχει ιονιστεί από την ακτινοβολία των πρώτων άστρων και κβάζαρς. Τα αντικείμενα αυτά δημιουργούν σφαίρες ιονισμένες ύλης γύρω τους που μεγαλώνουν με το χρόνο. Γειτονικές σφαίρες ενώνονται ώσπου η ύλη στο Σύμπαν να ιονιστεί πλήρως (τελευταία εικόνα).
Επιπλέον το ULAS J1120+0641 επιτρέπει τη μελέτη της διαδικασίας που οι επιστήμονες ονομάζουν επαναιονισμός του Σύμπαντος (Σχήμα 1). Περίπου 370 χιλιάδες χρόνια μετά τη Μεγάλη Έκρηξη το Σύμπαν βρίσκονταν σε ουδέτερη μορφή. Αποτελούνταν κυρίως από άτομα υδρογόνου και ηλίου τα οποία είχαν όλα τα ηλεκτρόνια δεσμευμένα γύρω από τους πυρήνες τους. Τα ουδέτερα άτομα απορροφούν εύκολα φωτόνια και συνεπώς το Σύμπαν στην ουδέτερη κατάσταση δεν εκπέμπει, συνολικά, ακτινοβολία. Είναι σκοτεινό και συνεπώς η περίοδος αυτή ονομάζεται σκοτεινά χρόνια. Όμως 335 εκατομμύρια χρόνια μετά τη Μεγάλη Έκρξη κάτι ξεκίνα να αλλάζει. Η βαρυτική κατάρρευση των νεφών του αερίου που συνθέτουν το Σύμπαν οδηγεί στη δημιουργία των πρώτων αστέρων και πιθανόν, τον πρώτων κβάζαρς. Τα αντικείμενα αυτά εκπέμπουν ενεργητικά φωτόνια που είναι σε θέση να ιονίσουν την ύλη, να απελευθερώσουν δηλαδή τα ηλεκτρόνια που είναι δεσμευμένα από τους πυρήνες υδρογόνου και ηλίου. Σε ιονισμένη μορφή η ύλη γίνεται διαφανής σε ακτινοβολία επιτρέποντας τα φωτόνια να ταξιδέψουν μέχρι τη Γη και να τα παρατηρήσουμε. Η διαδικασία του επαναιονισμού του Σύμπαντος δεν είναι γνωστό πόσο διαρκεί. Παρατηρήσεις κβάζαρς στο πέρατα του Σύμπαντος είναι δυνατό να απαντήσουν το ερώτημα αυτό.

Σχήμα 2: Απεικόνιση του τρόπου που τα κβάζαρς δίνουν πληροφορίες για τη διαδικασία του επαναιονισμού μετρώντας την πυκνότητα της ύλης στη ευθεία παρατήρησης. Καθώς το φως του κβάζαρ (κόκκινη κουκκίδα) ταξιδεύει προς τον παρατηρητή στη Γη περνάει μέσα από περιοχές ουδέτερης (σκούρο) και ιονισμένης (κίτρινες σφαίρες) ύλης. Οι πρώτες απορροφούν την ακτινοβολία του κβάζαρ και αποτυπώνονται ως περιοχές χαμηλής ροής στο φάσμα του (κάτω σχήμα) ενώ οι δεύτερες δεν απορροφούν ακτινοβολία και αποτυπώνονται ως αιχμές υψηλής ροής.

Κβάζαρς όπως το ULAS J1120+0641 λόγω της μεγάλης τους λαμπρότητας παίζουν το ρόλο προβολέων. Φωτίζουν τη ύλη που παρεμβάλλεται ανάμεσα σε αυτούς και τη Γη επιτρέποντας τη μελέτη της, όπως φαίνεται στο Σχήμα 2. Καθώς το φως των κβάζαρς ταξιδεύει στο ενδογαλαξιακό χώρο, απορροφάται από συγκεντρώσεις ύλης, όπως αέριες μάζες. Η απορρόφηση αυτή αποτυπώνεται στο φάσμα των κβάζαρ επιτρέποντας την ακριβή χαρτογράφηση της πυκνότητας και της κατανομής της ύλης στη ευθεία παρατήρησης (Σχήμα 2). 


Μελετώντας το φάσμα του ULAS J1120+0641 οι επιστήμονες βρήκαν ενδείξεις ότι ο βαθμός ιονισμού του Σύμπαντος είναι αναπάντεχα υψηλός περίπου 770 εκατομμύρια χρόνια μετά τη Μεγάλη Έκρηξη, τη χρονική στιγμή δηλαδή που παρατηρούμε τον κβάζαρ. Αν αυτό επαληθευθεί από νέες παρατηρήσεις τότε οι αστρονόμοι θα είναι σε θέση να προσδιορίσουν, για πρώτη φορά, τη διάρκεια της διαδικασίας του επαναινοσμού, προσθέτοντας άλλο ένα κομμάτι στο παζλ της δημιουργίας του Κόσμου.